Εγκώμια στον Άγιο Γεώργιο

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Είχε ένα χαρακτηριστικό η συντροφιά μας στο Γυμνάσιο, που τώρα το λέτε Λύκειο: Εκτός του ότι είμαστε όλοι πολύ δεμένοι -και οι 17- είχαμε και τις χειρότερες φωνές απ΄όσες έχουν ακούσει ποτέ τα ντουβάρια του Καπενάκειου. Με μόνη φωτεινή εξαίρεση το Χρήστο Λεοντή, όλοι οι υπόλοιποι είμαστε τόσο, μα τόσο παράφωνοι, που κανείς δεν μας άντεχε. Το προσόν αυτό το έχω διατηρήσει σε όλα μου τα χρόνια, παρά την απαγόρευση του να άδω, που μου είχε επιβάλλει ο Νίκος Ξυλούρης και την πλήρη απόγνωση του Μπιθικώτση όταν με άκουγε να «τραγουδώ» την «Δραπετσώνα».

Επακόλουθο λοιπόν φυσικότατο ήταν κανείς ναός να μη μας δεχτεί στη χορωδία των εγκωμίων, που τα έψαλλαν ενώ ακολουθούσαν τον Επιτάφιο. Εκείνη την χρονιά λοιπόν -15 χρόνων έπρεπε να ‘μαστε- για να αποφύγουμε τις επερχόμενες απορρίψεις, συσκεφθήκαμε και αποφασίσαμε «μετά από ώριμη σκέψη» καθώς λένε οι σοβαρές ανακοινώσεις, αποφασίσαμε λοιπόν να ψάλλομε σ’ έναν ναό που να μην έχει χορωδία και, ο μόνος που βρήκαμε, ήταν το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου στην Ντία.

-Πάμε; Ήταν η μονολεκτική ερώτηση.

-Φύγαμε! Ήταν η ομόφωνη απόφαση.

Το πρωί λοιπόν της Μεγάλης Παρασκευής πήραμε την εξάκωπη των ναυτοπροσκόπων και βάλαμε πλώρη για την Ντία. Ήμασταν έξι. Τέσσερις οι ερέτες, ένας στη λαγουδέρα κι ένας αναπληρωματικός στην πλώρη. Ήταν μπονάτσα, λάδι η θάλασσα και το λατίνι που είχαμε σηκώσει, ούτε να φουσκώσει δεν μπορούσε. Λαχανιασμένοι μετά από τρεις περίπου ώρες, ξεμπαρκάραμε στο νησί. Φτιάξαμε σκούπες από αστιβίδες, ανάψαμε τα καντήλια και, παρ’ όλο που ήταν μεσημέρι ακόμη, αρχίσαμε να ψάλλομε τα εγκώμια. Ήταν τόσες και τέτοιες οι αγριοφωνάρες μας, που φαντάζομαι ότι ακόμη και οι ποντικοί του νησιού θα βούτηξαν στη θάλασσα για να σωθούν. Όμως εμείς είχαμε ενθουσιαστεί! Και αφού με πλήρη κατάνυξη είχαμε τελειώσει, βγάλαμε τους ντάκους, τις ντομάτες και τις ελιές κι αρχίσαμε να τρώμε. Τότε ακούσαμε και την πρώτη ριπή ενός πολύ δυνατού στεριανού αέρα, που ήρθε βιαστικός-βιαστικός να καταλάβει τον χώρο που είχε αφήσει η μπονάτσα.

Ούτε σκέψη λοιπόν για επιστροφή στο Ηράκλειο. Το βράδυ, ξενηστικωμένοι και κατάκοποι «κοιμηθήκαμε» στη βάρκα, για να μη μας φάνε οι ποντικοί τη νύχτα.

Το πρωί γυρίσαμε με ένα υπέροχο βοριαδάκι, που φούσκωνε το πανί μας και έδινε μια κάποια ταχύτητα στην σκαμπαβία μας. Ένας αποπειράθηκε να ξανατραγουδήσει τα εγκώμια, αλλά με την απειλή ότι θα τον πετάξομε στη θάλασσα να γυρίσει κολυμπώντας εσίγησε.

Ξεραθήκαμε αργότερα στα κρεβάτια μας και ξυπνήσαμε λίγο πριν το «Χριστός Ανέστη».

Και του χρόνου ρε παιδιά! Εμείς θα τα ξαναπούμε την Τρίτη.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *