Διαπολιτισμικές σχέσεις στον τουρκοκρατούμενο Χάνδακα

Το Τραγούδι της Σούσας (Σωσάννης)

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Η Ιστορία είναι ένα παλίμψηστο. Στην εποχή μας, με βάση και τις προσωπικές μας ίσως διαπιστώσεις από την καθημερινότητα, μπορούμε να δούμε ότι ο καθένας και η καθεμία μπορεί να την προσαρμόσει σε επίπεδο ιδεολογίας. Ειδικά σε κοινωνίες μεικτές, με πολυκύμαντες εξελίξεις, αυτό δεν είναι σπάνιο. Έτσι λειτουργεί και η Κρητική Ιστορία, όπου συναντώνται πληθώρα λαών, κατακτητών και κατακτημένων.

Η ευρύτερα διαδεδομένη άποψη, αυτή που περνάει και δεχόμαστε ανεπιφύλακτα, κάπως άκριτα στις μέρες μας, ως ενδεικτικό καταστάλαγμα της κοινής γνώμης, είναι ότι η Κρήτη υπήρξε σε επαναστατικό αναβρασμό καθ’ όλη τη διάρκεια της βενετοκρατίας και της τουρκοκρατίας. Αυτη η εικόνα παρέχεται μέσα από έργα παλιά, έστω και αν είναι ακόμα βαρύνουσας σημασίας, όπως π.χ του Στέφανου Ξανθουδίδη Ἑνετοκρατία ἐν Κρήτῃ καὶ οἱ κατὰ τῶν Ἑνετῶν ἀγῶνες τῶν Κρητῶν» (Ἀθῆναι 1939), η τετράτομη Ιστορία της Κρήτης του Βασίλειου Ψιλάκη ή η Ιστορία των Κρητικών Επαναστάσεων των Κριτοβουλίδη και Ζαμπέλιου με συμπληρώσεις του λογοτέχνη Ι.Κονδυλάκη (Αθήνα 2004, Ελεύθερη Σκέψις). Πρόκειται για έργα που προσέφεραν στις μέρες τους, αλλά πλέον κρίνονται ξεπερασμένα.

Η επίδραση του 19ου αιώνα, της εποχής της ανόδου της αστικής τάξης και της δημιουργίας της ιδεολογίας της ως αυτή μιας καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή του εθνισμού, είναι εμφανής σε όλες τις ιστορικές αναλύσεις, μέχρι τουλάχιστον την οκτωβριανή επανάσταση του 1917 που δημιούργησε την ΕΣ.Σ.Δ. Στην Ελλάδα, έργο-σταθμός αυτής της ιδεολογίας είναι φυσικά η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντινουπολίτη Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (1853, συντομευμένη έκδοση).

Σε αυτά τα πλαίσια, ήταν λογικό να υπάρχει μία προκατάληψη ως προς την έκδοση έργων όπως αυτό που θα αναλύσω, όπου υπάρχει το στοιχείο της ερωτικής σχέσης μεταξύ μιας χριστιανής και ενός μουσουλμάνου. Ακόμα και σήμερα ποιήματα τέτοια ίσως προκαλούν κάποια δυσφορία. Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι ακόμα και η συντόμευση του υλικού της έκδοσης της Αληπασιάδας του Χατζή Σεχρέτη από τον Σάθα (Αθήνα 1870, Κορομηλάς) ίσως εμφορείται από ανάλογο πνεύμα. «Για ποιο λόγο να εκδώσει ένα επικό ποίημα τόσο εκτενές για ένα εχθρό του έθνους;». Η απάντηση είναι απλή σήμερα: οι εποχές έχουν αλλάξει.

Ο εθνισμός, ο πατριωτισμός της εποχής εκείνης, έχει καταστεί πλέον ξεπερασμένος και η πλέον διαδεδομένη μορφή του, η διαστρεβλωμένη, ο εθνικισμός, είναι εντελώς απωθητική. Μπορούμε, με πιο ήρεμο πνεύμα και ένα κλίμα κατανόησης του άλλου, του διαφορετικού, να εξετάσουμε έργα που μιλάνε για υγιή κοινωνική συμβίωση και πολυπολιτισμικές σχέσεις. Στα πλαίσια αυτά, οι εκδόσεις έργων όπως π.χ. τα Τούρκικα Αρχεία του Ηρακλείου από την Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη είναι ιδιαίτερα χρήσιμες, ειδικά αν είναι και τόσο αξιόλογες όσο αυτές. Επίσης, η επανακυκλοφορία έργων όπως αυτά του Σταυρινίδη, όπως πχ. για την Ρεμπιά Γκιολνούς, την ρεθυμνιώτισσα σουλτάνα (Ηράκλειο 2015), κρίνονται επιτακτικές.

Το έργο – γραμματολογικά στοιχεία και δομή

(το ποίημα «Το τραγούδι της Σούσας» μπορείτε να το βρείτε εδώ, από τη σελ. 340 και μετά)

Το κείμενο στο οποίο βασίζεται η ανάλυσή μου είναι το τραγούδι της Σούσας (Σωσάννης) το οποίο σώζεται σε πάρα πολλές καταγραφές πανελληνίως, 74 σύμφωνα με τον εκδότη της κρητικής παραλλαγής, τον Εμμανουήλ Δουλγεράκι. Αν μάλιστα η ποιότητα των υπολοίπων παραλλαγών του είναι ίδια με εκείνη της Ικαρίας που παραθέτει ο εκδότης αυτός, τότε η κρητική παραλλαγή είναι όχι μόνο η πλέον εκτεταμένη με 184 στίχους, αλλά και η καλύτερη από αισθητική άποψη, η πλέον δουλεμένη και κατάλληλη για κριτική επεξεργασία.

Το «τραγούδι της Σούσας» είναι ένα από τα εκτενέστερα ποιήματα των ποιητών της Τουρκοκρατίας με κοινωνικά θέματα, αν εξαιρέσουμε τα ηρωικά, επικά ποιήματα για τον Δασκαλογιάννη και τον Αληδάκη, τα οποία όμως είναι πιθανέστερο ότι γράφτηκαν και από χριστιανούς, ενώ της Σούσας, μάλλον από μουσουλμάνο.

Ιστορικό υπόβαθρο – στοιχεία για την κοινωνία του Χάνδακα

Κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νέας κοινωνίας που φτιάχνουν οι Τούρκοι στον Χάνδακα, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης, και που οφείλονται κυρίως στην πλήρη αποσάρθρωση της βενετικής, της προηγηθείσας κοινωνικής πραγματικότητας, λόγω της εγκατάλειψης της πόλης από τους κατοίκους με την συνθηκολόγης της 6 Σεπτεμβρίου 1669 μ.Χ και την απόδοση στους Οθωμανούς ενός διαλυμένου ουσιαστικά αστικού κέντρου, παρατηρούνται και στο τραγούδι αυτό. Για τον λόγο αυτό και το επιλέξαμε άλλωστε.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτά και το κύριο θέμα του έργου είναι φυσικά  η «απαγορευμένη» στα εθνικά συμφραζόμενα του 19ου ιδίως αιώνα σχέση ενός μουσουλμάνου, Τούρκου, του Σαρή, με την Κρητικοπούλα και χριστιανή Σούσα. Η σχέση τους είναι τρυφερή και έχει προχωρήσει και σε σαρκικό επίπεδο, αφού στο ποίημα μας τους δείχνει να κοιμούνται μαζί, ενώ και ο αδερφός της κόρης χαρακτηρίζει το σπίτι της «μπουρδελιό», κατεξοχήν χώρο ανάπτυξης τέτοιων σχέσεων, πάνω από μία φορές. Μάλιστα, οι γονείς της κοπέλας έχουν επίγνωση αυτής της κατάστασης, ειδικά η μάνα, και δεν την ενοχλεί το ζήτημα. Μόνο ο αδερφός της Σούσας αντιδρά, όχι όμως στα πλαίσια μιας εθνοτικής αντιπαλότητας, αλλά διότι τηρεί τον καθιερωμένο, τον τυπικό ρόλο του αδερφού που υπερασπίζεται την τιμή της αδερφής του, μια μορφή καρικατούρας που έχει χρησιμοποιήσει και ο Καζαντζάκης σε έργα του, αντανακλώντας τα πατροπαράδοτα ήθη της κρητικής κοινωνίας του τελους του 19ου αιώνα, αλλά και του ίδιου του σπιτιού του, σύμφωνα με την Αλεξίου, στον Καπετάν Μιχάλη του (1951) και στην μορφή του χαραμοφάη και σεβνταλή ήρωα Διαμαντή, γυναικαδερφού του δασκάλου Τίτυρου.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι και το γεγονός πως ο αδερφός της Σούσας, ο Γιάννης, ή «Γιαννακής», έχει στο έργο ένα επάγγελμα από τα πλέον τυπικά για τους Κρητικούς, αλλά και τους Έλληνες ευρύτερα της εποχής: είναι ναυτικός. Ο άγριος και ξαφνικός τρόπος που επιδράμει ο Γιάννης και ο εν ψυχρώ φόνος της αδερφής του, δείχνει ότι μάλλον είναι πειρατής, κουρσάρος, οπότε και στο σημείο αυτό το τραγούδι μοιάζει να συμφωνεί με το μοντέλο ερμηνείας της Βρετανίδας μελετήτριας Molly Greene για την κρητική κοινωνία μετά την άλωση του Χάνδακα, ως μια κοινωνία σε ζύμωση, όπου η πειρατεία ήταν μια διέξοδος βιοποριστική για τους Κρητικούς.

Μια ωραία εργασία θα ήταν και η εύρεση κοινών στοιχείων στην απόδοση ενός κρητικού σπιτιού της τουρκοκρατίας. Στο εξεταζόμενο κείμενο, μπορούμε να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις για την αρχιτεκτονική της εποχής, που εναρμονίζεται με τις γνώσεις μας για την τουρκική ουσιαστικά αρχιτεκτονική στην Κρήτη. Το σπίτι τις Σούσας έχει οντά με εσωτερική σκάλα, όπου κοιμάται το ζευγάρι ή ένα είδος παταριού, έχει, επίσης, εσωτερική αυλή με κήπο και πηγάδι, χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής, το οποίο και αυτό περνάει στον Καπετάν Μιχάλη, στην περιγραφή του σεραγιού του Νουρήμπεη, αλλά και στο Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, στο κονάκι του αγά της Λυκόβρυσης.

Ενδιαφέρον είναι να εξεταστούν και επιμέρους τμήματα της επίπλωσης του σπιτιού και της διαρρύθμισής του, όπως το ταντέλι και το μεντέρι του οντά, που ίσως είχε και σαχνισί, ακόμα και των αγγείων που χρησιμοποιούνταν τότε, όπως ο μαστραπάς, τα ποτήρια που πίνουν νερό που είναι από φαρφουρί, φαρφουρένια. Η εξέταση της ενδυμασίας, επίσης, αφού βλέπουμε ότι ο «Γιαννακής» φοράει «γελεκάκιν».

Το ποίημα που εξετάζω είναι ενδεικτικό μιας κοινωνίας τουρκοκρατούμενης, με ήδη διαμορφωμένες πολυπολιτισμικές σχέσεις και αποδεκτά όρια συμπεριφοράς, αλλά και μίας νέας αντίληψης, πιο ανοιχτής και προοδευτικής, για τις σχέσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, εκείνης της ομαλής συμβίωσης, ακόμα και της δημιουργίας ερωτικών σχέσεων μεταξύ μελών άλλης φυλής και θρησκείας.

Ουσιαστικά επικυρώνει τις παρατηρήσεις της Molly Greene στο εξαιρετικό της πόνημα για την Τουρκοκρατία στην Κρήτη με τίτλο: «Κρήτη, ένας κοινός κόσμος, χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην Μεσόγειο των πρώιμων νεότερων χρόνων» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2005). Η συγγραφέας απορρίπτει τις εθνοκεντρικές ιδέες του Θεοχάρη Δετοράκη που ίσως πάνε στην εποχή μας πίσω την έρευνα με τον συναισθηματικό, δραματικό και όχι ιστορικό του λόγο. Δείχνει, με βάση το παράδειγμα και άλλων τόπων, όπως π.χ της Ιερουσαλήμ, ότι οι Τούρκοι είχαν μια σχετική ευξελιξία στην συμβίωση των εθνών, των μιλετιών της Αυτοκρατορίας τους, αναπτύσσοντας «διοικητικές σχέσεις» που προήγαγαν έναν κοινό τρόπο διαβίωσης (modus vivendi).