Γιάννης Ρίτσος: Η πολιτεία της ομορφιάς

Λίγα λόγια για το πρώιμο έργο του

Νίκος Α. Παπαδάκης
Νίκος Α. Παπαδάκης

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990) είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές μας. Ωστόσο, η συνεχής και συνεπής στράτευση του με το Κ.Κ.Ε, παρά την προβολή που του εξασφάλισε “επικαιρικά”, όπως θα το έλεγε και ο ίδιος, σε βάθος χρόνου τολμώ να πω ότι τον έβλαψε ως προς την πρόσληψη του έργου του.

Ούτε ο όγκος του έργου του βοηθά σε καλύτερη αποτίμηση της προσφοράς του, δηλαδή οι 14 τόμοι των Απάντων του και οι τρεις τόμοι που εκδόθηκαν εκτός αυτών (“Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα”, “Συντροφικά τραγούδια”, “Υπερώον”), τα 4 θεατρικά του και οι εννέα τόμοι του σπονδυλωτού μυθιστορήματός του “Εικονοστάσι Ανωνύμων Αγίων”, καθώς και οι μεταφράσεις του των ποιητών Ναζίμ Χικμέτ, του Μαγιακόβσκη, του Αττίλα Γιόζεφ, Σεργκέη Γιεσένιν (εδώ την αρχική μετάφραση την έκανε ωστόσο η Κατίνα Ζορμπαλά και ο Ρίτσος έδωσε την ποιητικότητα στην μορφή της), και έργων για παιδιά (της “Γκρινιάρας κατσίκας” του Τολστόη, του “Εγώ, η μητέρα μου και ο κόσμος” της Ντόρας Γκάμπε” κ.α), τα μελετήματα του. Είναι ίσως ο πολυγραφότερος Έλληνας λογοτέχνης, μαζί με τον Παλαμά, αλλά και ο πιο πολυδιάστατος, μαζί με τον Καζαντζάκη.

Το κυρίως έργο του, ένα μικρό μέρος του ωστόσο σε σχέση με την παραγωγή του, έχει προβληθεί πάρα πολύ, ειδικά μετά την μεταπολίτευση, όταν τα μετεμφυλιακά πάθη που όξυνε και η χούντα έμοιαζαν να έχουν μετριασθεί. Το “Τραγούδι της αδερφής μου” (1936-1937, ο “Επιτάφιος” του (1936), η “Ρωμιοσύνη” (συλλογή Αγρύπνια, 1943-1956), και τα αντιστασιακά-αντιχουντικά “Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας” (1968) είναι ευρύτερα γνωστά. Όμως δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό το σημαντικότατο έργο του πριν από αυτές τις εντυπωσιακές συλλογές.

Ο Ρίτσος άρχισε να γράφει από πάρα πολύ μικρός. Η μητέρα του, γόνος εύπορης οικογένειας εμπόρων του Γυθείου, αρκετά μορφωμένη για την εποχή της, τον έστρεψε προς την λογοτεχνία, θέλοντας να δώσει έναν νέο Παλαμά στην Ελλάδα. Τα κατάφερε. Ευτυχώς δεν έδωσε μια απομίμηση του μεγάλου αυτού δημοτικιστή ποιητή, αλλά μία ξεχωριστή ποιητική ιδιοσυγκρασία.

Ο Μονεμβασιώτης ποιητής, στα ποιήματα της νεανικής του ηλικίας έχει επηρεαστεί από το υπαρξιακό κλίμα της εποχής του, είναι ένας “καρυωτακίζων” ποιητής. Οι συλλογές του “Τρακτέρ” (1930-4) και “Πυραμίδες” (1930-5), το αποδεικνύουν. Όμως, σιγά-σιγά, αρχίζει και αμφισβητεί τον ποιητή-πρότυπο αργότερα των υπαρξιστών, ένα είδος Έλληνα Μπωντλαίρ, και στρέφεται στην κοινωνική ποίηση, πράγμα που συνετέλεσε και στην υιοθέτηση της μαρξιστικής ιδεολογίας ως ένα είδος εσωτερικής ανάγκης, πιστεύω, και όχι το αντίθετο. Με τις ιδιορρυθμίες του, φυσικά, που επικρίθηκαν από την αρχή από το κομμουνιστικό κόμμα, όπως και στο τέλος της ζωής του. Διότι ήταν όργανο του κόμματος, αλλά όχι φερέφωνό του, “ήταν έξυπνος”, όπως έχει χαρακτηριστικά δηλώσει γύρω από τη σχέση αυτή Ρίτσου και Κ.Κ.Ε η συντρόφισσά του Μάρω Δούκα.

Ήδη με το ποίημα ποιητικής του “Ποιητές”, ο Ρίτσος δείχνει μια αποστασιοποίηση από την μεγάλη επιρροή του Καρυωτάκη επάνω του και μια εσωτερική λαχτάρα να μπει στον κοινωνικό στίβο, όπου θα προσπαθήσει να απαλλαγεί από τον ατομικισμό και να δημιουργήσει συνθήκες καλύτερου βίου για όλους. Θα προσπαθήσει να φτιάξει αυτό ως “πολιτεία της ομορφιάς”. Η σύνδεση κάθε λέξης με τον Ρίτσο δεν είναι τυχαία. Ούτε η “πολιτεία”, ούτε η “ομορφιά” εδώ. Για την πρώτη, άμεση αναφορά γίνεται στον Πλάτωνα, στην Πολιτεία του, ίσως όμως και στην Πολιτεία του Θεού (Civitas dei) του Ιερού Αυγουστίνου της Ιππώνας. Πρόκειται για το θεωρητικό πρότυπο μιας οργανωμένης-θεσμισμένης κοινωνίας που κινείται γύρω από συγκεκριμένους ηθικούς κανόνες. Στο προκείμενο, έχει η ομορφιά αντικαταστήσει τον ρόλο του αγαθού και του Θεού; Ίσως και χωρίς ερωτηματικό στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.

Η ομορφιά, το κάλλος στην ποίηση του Ρίτσου είναι ένας όρος που συνάδει και με την προσωπική του στάση ζωής, γεγονός που τον διαφοροποιεί ίσως στο μυαλό μας και από τους υπόλοιπους συντρόφους του. Ο Ρίτσος, ένας άνθρωπος αρχοντικής καταγωγής, ήταν συνάμα και ένας “αρχοντάνθρωπος” με την έννοια της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που έδινε στην εξωτερική του εμφάνιση. Όχι βέβαια με την υπερβολή ενός Σικελιανού, αλλά ήταν πάντα ντυμένος όμορφα και με μια αγάπη σε οτιδήποτε προσέθετε μία αίσθηση κάλλους επάνω του. Αυτό το πράγμα, περνάει και στους στίχους του με πολλούς τρόπους, δεν είναι δηλαδή μονάχα ένα κέλυφος. Υπήρξε διττά αρχοντικός, με άλλα λόγια, ως άνθρωπος, αλλά και τριπλά, αν σκεφτούμε και την τέχνη αρκετών ποιημάτων του, την αρχοντική άνεση με την οποία ρέει ο στίχος και η ιδέα σε αυτά. Ο ίδιος γράφει στο πρώτο-πρώτο ποίημα των Ποιημάτων του με τίτλο “Διέξοδος”:

“Έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο τ’ ωραίο” (Ποιήματα, τ. 1, σελ. 9, στ. 4)

και, πιο κάτω, στο ίδιο ποίημα:

“Είμαι ένας σπόρος ομορφιάς σε άγονο περιβόλι” (ό.π., στίχος 12)

και αλλού:

“να βλέπουμε την Ομορφιά/να περπατάει γυμνόποδη στη θάλασσα” (ό.π. “Το εμβατήριο του ωκεανού”, έτος συγγραφής 1939-1940, σελ. 263, στ. 9-10)

Ενδεικτική της βιοθεωρίας του και της ανάγκης του να γίνει ο κόσμος καλύτερος είναι η συλλογή του “Εαρινή Συμφωνία”(1937-8), μια ερωτική ραψωδία-κοσμογονία, αλλά, ακόμα περισσότερο, παρότι αντιστικτικά αυτή τη φορά, το ποίημα του “Ανυπόταχτη Πολιτεία” (1952-3, Ποιήματα Β΄, σελ. 257-302). Σε αυτό το εκτενές ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο, επιστρέφοντας από μία απροσδιόριστη άλλη τοποθεσία και κατάσταση-την εξορία και τις κακουχίες των κομμουνιστών μετά την ήττα τους στον εμφύλιο των ετών 1946-1949 δηλαδή, σε ιστορικό χρόνο-βιώνει την αλλοτρίωση που έχει υποστεί η αγαπημένη του πολιτεία, που δεν είναι πια μια αντανάκλαση ομορφιάς, αλλά “μια άλλη”, μια ξένη στον ίδιο τοποθεσία, Η οδύνη του μετατρέπεται σε κεκαλυμμένη ειρωνεία και η ειρωνεία πλέον σε μια οργή, όσο δυναμώνει η φωνή διαμαρτυρίας του ποιητή, σαν ένα κύμα που σπάει το βράχο στον οποίο πέφτει με ορμή που όλο και αυξάνεται.

Η “Πολιτεία της ομορφιάς» του, μια ευτοπία των νεανικών του χρόνων, δεν υφίσταται πλέον, έχει μεταβληθεί σε μια δυστοπία, σε μια αμερικανοποιημένη πόλη, με πινακίδες νέον και μια αίσθηση της ζωής εντελώς ασύμβατη με τα θέλω του ποιητικού υποκειμένου. Δεν τον γεμίζει, δεν τον ικανοποιεί.

“Πρέπει ν’ αναζητήσουμε την πολιτεία μας μέσα στην πολιτεία” (τμήμα X, σελ. 274, αράδα 1)

Με την χαρακτηριστική λέξη “θυμηθείτε” στο ίδιο τμήμα του έργου και σε άλλα, ο άνθρωπος αυτός προτρέπει σε μια αναδρομή στην μνήμη, στην Ιστορία. Στο δικό τους όραμα όπως το έχει θέσει εξαρχής:

“Θυμηθείτε, αδέλφια. Θυμηθείτε.

Θυμηθείτε τη δική μας πολιτεία” (τμήμα I, σελ. 260, αράδες 11-12)

Προσδοκεί, ωστόσο, την αλλαγή, θεωρεί ότι υπάρχουν ακόμα “κρυμμένοι κεραυνοί” στα υπόγεια της.

“Με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους κάτω στους υπόνομους,/κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια,/με την τρέλλα”. (τμήμα ΙΙ, σελ. 260, αράδες 25-7)

Η κακομοιριά και η μιζέρια που συναντά, που εκφράζεται συμβολικά με τις “φουφούδες” που ψήνουν καλαμπόκια στους δρόμους-χαρακτηριστική εικόνα-είναι μία έμμεση κοινωνική διαμαρτυρία που τελικά καταντάει και άμεση, οπτικοποιείται, έτσι όπως προβάλλεται στο έργο του Ρίτσου.

“Θέλω να σας μιλήσω μ’ αγάπη. Όμως κανένας δεν πιστεύει /στην αγάπη./Δεν ξέρω που να κρύψω την αγάπη μου για να μπορέσω να μιλήσω” (ό.π., τμήμα ΧΙ, σελ. 276, αράδες 1-4).

Διαβάζοντας τέτοια ποιήματα στην συγκυρία που ζούμε ήδη από το 2009, θεωρώ πως η “Ανυπόταχτη Πολιτεία”, γραμμένη εβδομήντα περίπου χρόνια πίσω, θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως σύγχρονο έργο. Αν όχι σε εικόνες, τουλάχιστον σε αίσθημα, σε κλίμα. Όλοι μας κρατάμε αποθηκευμένη μέσα μας την οργή, την αγανάκτησή μας, για όσα μας περιβάλλουν, όσα μας περιορίζουν και μας εξαθλιώνουν, για να το πω καθαρά.

Δεν ξέρω αν ήταν ο Γιάννης Ρίτσος «ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας”, όπως χαρακτηριστικά γράφει το 1942 στο ποίημα του “Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία” (Ποιήματα, τ. 1. σελ. 521, αράδες 6-7) πάντως είναι ένας φάρος που ακόμα εκπέμπει φως και μας προστατεύει από κακοτοπιές, ώστε να βρούμε την δική μας πολιτεία της ομορφιάς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *