Απολίτιστοι χώροι πολιτισμού στο Ηράκλειο (μέρος 3ο)

Το συνεδριακό κέντρο Ηρακλείου

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

(σημείωση: το άρθρο αναφέρεται, σε πολλά σημεία του, στην ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε ο Μύρων Μιχαηλίδης στην Σώτια Πεντεδήμου)

Όταν, κοντά στο 1488, ο Βασιλιάς της Πορτογαλίας Ιωάννης ο Β’ αποφάσιζε να μετονομάσει το ακρωτήρι της τρικυμίας σε ακρωτήρι της καλής ελπίδας, δε νομίζω να μπορούσε καν να φανταστεί ότι 600 και κάτι χρόνια αργότερα θα τον ξεπερνούσε σε ικανότητες ευφημισμού, με μιας, κάποια δημοτική αρχή στο μακρινό, πάντα δημοκρατικό Ηράκλειο. Μιλάω φυσικά για το άκομψο τερατούργημα που προσβάλει, με την έλλειψη πολιτισμού και αισθητικής του, όχι μόνο τα παρακείμενα ενετικά τείχη, αλλά και την διπλανή λαϊκή γειτονιά που κάποτε, προτού τραγουδήσουν οι μπουλντόζες, εκτεινόταν μέχρι και τη θέση του. Ε, το να βαφτίζεις αυτό το κτίριο πολιτιστικό κέντρο, έστω και κατά το ήμισυ, ξεπερνάει κάθε φαντασία.

Ας τα πάρουμε από την αρχή όμως. Το 1975, ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης του δημοτικού συμβουλίου Ανδρέας Καλοκαιρινός πρότεινε, πρώτος, τη δημιουργία ενός μεγάλου πολιτιστικού κέντρου στο Ηράκλειο, αν και υποθέτω, γνωρίζοντας την παιδεία του ανθρώπου, ότι είχε κάτι τελείως διαφορετικό στο μυαλό του. Χρειάστηκε να περάσουν 8 ολόκληρα χρόνια μέχρι να πραγματοποιηθεί ο διαγωνισμός και άλλα 23 ώσπου να δημοπρατηθεί το έργο. Το 2006 τελικά υπογράφηκε η σύμβαση με ημερομηνία παράδοσης το 2008. Τελικά το έργο παραδίδεται, ημιτελές και δυσλειτουργικό, το 2014. Από το 2015 ξεκινάει η β’ φάση του έργου, που σύμφωνα με τον δήμαρχο κ. Λαμπρινό μπήκε πλέον σε τροχιά και θα ολοκληρωθεί πολύ σύντομα. Ας μην ξεχνάμε βέβαια πως ο καλοπροαίρετος δήμαρχος, το ίδιο περίπου είχε πει και το 2016.

Η οικονομική κακοδιαχείριση, ή σκάνδαλο αν προτιμάτε, σε σχέση με το έργο είναι ήδη αρκετά γνωστή. Το κτίριο, λόγω λαθών ή εργολαβικών συμφερόντων, χτίστηκε και ξαναχτίστηκε παραπάνω από 2 φορές, σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις. Έτσι, το συνολικό του κόστος, αν και ξεκίνησε με προϋπολογισμό 23 εκατομμυρίων, έχει ήδη ξεπεράσει τα 50. Με αυτή την ιστορία, που περιλαμβάνει κακοτεχνίες, υπερκοστολογήσεις, γραφειοκρατικά και νομικά κωλύματα, κόντρες μεταξύ εργολάβων, δήμου και υπηρεσιών, δεν πρόκειται να ασχοληθώ. Θα ασχοληθώ με τον πολιτισμό. Κι εκεί, όπως θα δείτε, τα πράγματα είναι ίσως χειρότερα.

Πολιτιστικό κέντρο ή πρότυπη φυλακή; Μαντέψτε…

Οι χρήσεις

Ήταν από την αρχή κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η μελέτη του κέντρου, όπως δημοπρατήθηκε, σε επικαιροποιημένη μορφή, από την δημαρχία του κ. Κουράκη, είχε μοναδικό σκοπό την δημιουργία ενός τεράστιου συνεδριακού χώρου προς ενοικίαση, με τον πολιτισμό να παρέχει άλλοθι και ΕΣΠΑ. Έτσι, περιλαμβάνει για παράδειγμα ταξιδιωτικό γραφείο, γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων, καταστήματα, 2 “art cafe”, και χώρους εστίασης δυναμικότητας 1.000 ατόμων, περισσότερων δηλαδή από όσους χωράει η μεγαλύτερη αίθουσά του.

Προσωπικά, ως καλλιτέχνης και εραστής του πολιτισμού, τον καφέ μου τον πίνω σε απλές καφετέριες και όχι “art cafe”, και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ποτέ και τη διαφορά. Άν πάλι θέλω να τσιμπήσω κάτι παραπάνω από ένα σάντουιτς με την παρέα μου, ακόμα κι αν αυτή είναι 999 άτομα, δεν έχω κανέναν λόγο να το κάνω σε έναν απολίτιστο χώρο πολιτισμού χωρίς φυσική σκιά. Και, αν και έχω αντιμετωπίσει πάμπολλες κάκιστες παραστάσεις, ποτέ δε σκέφτηκα να κλείσω ένα εισιτήριο ή ένα αυτοκίνητο, όσο και να ήθελα να το βάλω στα πόδια.

Πέρα από την πλάκα, για να καταλάβετε το μέγεθος της πλάνης στην οποία στροβιλίζεται το Ηράκλειο εδώ και τόσα χρόνια, κάθε αίθουσα του καινούριου κέντρου, ακόμα και η μεγάλη, περιλαμβάνει και πρόβλεψη “συνεδρίων” ή “λοιπών εκδηλώσεων”. Και αυτό εξηγεί πολλά πράγματα: γιατί, αν ξεχάσουμε τον πολιτισμό, πέρα από την ασκήμια του, ως συνεδριακό κέντρο και χώρος γάμων/βαφτίσεων, το κτίριο αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει σχετικά αξιοπρεπώς. Με τα τρία του εστιατόρια, τα καταστήματά του, την εκκλησία του, τα ταξιδιωτικά του γραφεία, τις καφετέριες, τις αίθουσες σεμιναρίων του και τον εξοπλισμό του, που, αν και για συναυλίες και παραστάσεις, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, παρείχε μόνο τα απολύτως βασικά, έχει μικρόφωνα συνέδρων και προέδρων αξιοζήλευτης ποιότητας.

Το κτίριο

Δεν έχω μέχρι στιγμής συναντήσει συνδημότη ή συνδημότισσα που να έχει κάτι καλό να μου πει για το κτίριο του συνεδριακού. Και δεν το βρίσκω καθόλου παράξενο· γιατί κι εγώ, πραγματικά, όσο και να στίβω το μυαλό μου, το μόνο που θα έβρισκα να πω ως θετικό, θα ήταν πως τουλάχιστον υπάρχουν μερικά δεντράκια στο αίθριο. Κατά τα άλλα, χαρακτηρίζεται από αρχιτεκτονική αντίληψη περασμένων δεκαετιών, και ούτε καν σωστά εκτελεσμένη. Μεταλλικές σκάλες που μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά, ταράτσες και αίθρια που συνδέονται με στραβές γέφυρες και σκάλες, μπετό σε διάφορα χρώματα σε απόλυτη δυσαρμονία με το μέταλλο και την πέτρα, αίθουσες με τζαμαρίες που ούτε εκθέσεις ούτε παραστάσεις μπορούν να φιλοξενήσουν, και μια εκκλησία μεγάλη, άσχετη με τον χώρο και κατά τη γνώμη μου ακαλαίσθητη, που, κι ας υπήρχε από πριν, μπορούσε να είχε μεταφερθεί. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, μια απαράδεκτη μεταλλική γέφυρα καρφωμένη στα ενετικά τείχη, σα να την πέταξε εκεί, αντί δόρατος, κάποιος θυμωμένος Ηρακλειώτης που δεν είχε καταφέρει τόσες δεκαετίες να τα γκρεμίσει, μπας και ησυχάσουμε μια και καλή. Ευτυχώς αστόχησε για λίγα μέτρα.

Δυστυχώς, όλο αυτό το ζήτημα αρχιτεκτονικής αισθητικής δεν έχουμε την πολυτέλεια να το συζητάμε καν· κι αυτό γιατί το σημαντικότερο κομμάτι ενός τέτοιου έργου, οι αίθουσες δηλαδή, είναι από κατασκευής τους τόσο δυσλειτουργικές που το επισκιάζουν εντελώς. Και εδώ θα πρέπει να με συγχωρέσει ο εκλεκτός κύριος Μιχαηλίδης που υποστηρίζει με αισιοδοξία ότι “την επιτυχία δεν την κάνουν τα ντουβάρια αλλά οι άνθρωποι”. Και τα ντουβάρια, σε κάτι χρειάζονται κι αυτά, αλλιώς τέχνη θα μπορούσαμε να παράγουμε παντού, και δε θα χρειαζόταν καν να μιλάμε για χώρους και πολιτιστικά. Και τα συγκεκριμένα ντουβάρια, αν και χρυσοπληρωμένα, έχουν από την αρχή στηθεί, μέσα κι έξω, στραβά κι ανάποδα.

Η μεγάλη αίθουσα υπό κατασκευή με ρυθμούς χελώνας

Οι αίθουσες

Για την μεγάλη αίθουσα που βρίσκεται ακόμα υπό κατασκευή, δεν θα πω πολλά. Σίγουρα ο κ. Μιχαηλίδης γνωρίζει περισσότερα, τόσο λόγω προσωπικής πείρας όσο και λόγω καλύτερης ενημέρωσης για την πορεία του έργου. Όταν λοιπόν λέει ότι θα αποτελεί ένα κόσμημα, οφείλουμε νομίζω να τον πιστέψουμε. Ωστόσο, θα διαφωνήσω μαζί του για την δυναμικότητά της: γιατί θεωρώ ότι το Ηράκλειο μια αίθουσα τέτοιου μεγέθους, 800 ατόμων, δεν μπορεί να την στηρίξει σε βάθος χρόνου, εκτός κι αν την αφήσει να ξεπέσει σε θεάματα ευρείας λαϊκής αποδοχής. Και μπορεί σε άλλες μικρές πόλεις της Ευρώπης να υπάρχουν αντίστοιχες ή και μεγαλύτερες, όμως η σχέση των Ευρωπαίων με τη μουσική και τις παραστατικές τέχνες είναι πολύ διαφορετική· χώρια που εδώ, με τον καιρό που έχουμε τουλάχιστον 6 μήνες τον χρόνο, κάθε κλειστός χώρος έχει να ανταγωνιστεί τη λιακάδα και τις εκδρομές στις θάλασσες και τα χωριά. Μακάρι να διαψευστώ.

Στο κτίριο μέχρι στιγμής λειτουργούν, εκτός από το πάρκινγκ που εγκαινιάστηκε πρώτο πρώτο μετ’ αγιασμού,  δύο αίθουσες εκδηλώσεων, και οι αίθουσες που στεγάζουν το Δημοτικό ωδείο και την συμφωνική ορχήστρα νέων· δύο δομές που τις θεωρώ εξαιρετικές, και απ’ότι μαθαίνω λειτουργούν πολύ καλά και βελτιώνονται διαρκώς. Όμως οι αίθουσες είναι και πάλι ακατάλληλες, με μέτρια εως κακή ακουστική, πράγμα διόλου παράξενο, αφού στα αρχικά σχέδια του κτιρίου δεν περιλαμβανόταν αντίστοιχη μελέτη. Έχω πληροφορηθεί, για παράδειγμα, ότι, εκτός από τις πανταχού παρούσες στο κτίριο τζαμαρίες, τις αίθουσες διατρέχουν γυμνοί σωλήνες χωρίς μόνωση, που φυσικά έχουν την ιδιότητα να μεταφέρουν τον ήχο από τη μία αίθουσα στην άλλη. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, επειδή αυτά, και άλλα πράγματα για τις αίθουσες του Ωδείου, τα έχω απλά ακούσει και δεν είχα μέχρι στιγμής την ευκαιρία να τα επιβεβαιώσω ο ίδιος. Ελπίζω όμως, αν όντως ισχύουν, να διορθωθούν σύντομα, έστω και δια της παραδοσιακής Ελληνικής τεχνικής του μπαλώματος. Γιατί το Ωδείο το αξίζει.

Μικρό ή παιδικό συνεδρ… εχμ, Θέατρο

Και ας περάσουμε στις δύο αίθουσες εκδηλώσεων που λειτουργούν, τι θράσος, αντί ενοικίου στο συνεδριακό κέντρο. Η πρώτη, το αποκαλούμενο μικρό ή παιδικό θέατρο, ήταν το προϊόν κάποιου μυαλού, προφανώς άσχετου με τις παραστατικές τέχνες, που πίστευε πως τα παιδιά, επειδή είναι μικροκαμωμένα, χρειάζονται και μια αντίστοιχα μικρή σκηνή. Και λέω ήταν, γιατί, αν δεν κάνω λάθος, έστω και δια της προαναφερθείσας τεχνικής του μπαλώματος, η κατάσταση έχει κάπως βελτιωθεί, με την προσθήκη μιας μικρής επέκτασης στη σκηνή, που κόστισε όμως στο θέατρο μερικές σειρές καθισμάτων, ρίχνοντας την χωρητικότητα στα 104 από τα περίπου 150 που προβλέπονταν αρχικά. Ακόμα κι έτσι όμως, η σκηνή εξακολουθεί να είναι πολύ μικρή για να υποδεχτεί μια παράσταση με στοιχειώδη έστω σκηνικά ή κίνηση. Το ενοίκιο της δεν έχω ακόμη καταφέρει να το μάθω, μια που μέχρι στιγμής δεν ξέρω κανέναν που να έχει βρει λόγο να την ζητήσει.

Αισθητικά, η αίθουσα αποπνέει μικρότητα ανάλογη με το μέγεθος και την απολύτως αχρείαστη για τα δεδομένα της πόλης χωρητικότητά της. Κόκκινα καθίσματα, ξανθό ξύλο στους τοίχους και επί σκηνής, ψευδοροφή και πόρτες που παραπέμπουν σε κτίριο δημοτικής υπηρεσίας του ’80, και, γιατί έτσι, δύο μικρά και απολύτως άσχετα παράθυρα με γρίλιες στις δύο πλευρές της. Το ξανθό ξύλο, παρά την φυσικά όχι άσχημη αισθητική του, δημιουργεί προβλήματα στους φωτισμούς με τις αντανακλάσεις του, και είναι απαγορευτικό για τις περισσότερες σύγχρονες παραστάσεις. Ελπίζω σύντομα να διορθωθεί, και το σύνολο της σκηνής να βαφτεί μαύρο ή γκρίζο. Βέβαια, μετά ίσως να μην είναι και τόσο θελκτική για συνέδρια.

Το πειραματικό θέατρο πριν από ρεσιτάλ πιάνου

Η δεύτερη αίθουσα που χρησιμοποιείται πιο συχνά από την πρώτη, κυρίως για συναυλίες κλασικής μουσικής, είναι αυτή του πειραματικού θεάτρου, χωρητικότητας 180 ατόμων. Προφανώς, στο μυαλό των ιθυνόντων που την σχεδίασαν, μια πειραματική παράσταση έχει υποχρεωτικά τους θεατές σε κινητές θέσεις γύρω από τους ηθοποιούς, οι οποίοι παίζουν σε ένα τετράγωνο. Και όλα αυτά, είναι φυσικά από ξανθό ξύλο ώστε να μην μπορούν να φωτιστούν. Παρασκήνια δεν χρειάζονται, αφού προφανώς οι ηθοποιοί του πειραματικού ούτε ξεντύνονται, ούτε βάφονται, ούτε χρειάζονται αυτοσυγκέντρωση: αρκεί ένας διάδρομος που οδηγεί στα δεξιά της σκηνής, και ο ηθοποιός για να κάνει την είσοδό του πρέπει να περάσει πρώτα μπροστά από το κοινό.

Η αλήθεια είναι πως η αίθουσα αυτή, για συναυλίες τουλάχιστον, δεν είναι και τόσο κακή. Είναι σίγουρα πιο όμορφη και πιο ζεστή από το μικρό θέατρο, αν και αυτό φυσικά δεν θεωρείται σοβαρός ανταγωνισμός. Κι ας είναι η ακουστική της ελλιπής, κι ας είναι τα κινητά, και όχι ιδιαίτερα βολικά, καθίσματά της εξ ορισμού αταίριαστα με τη χρήση. Όμως το ενοίκιο της, που με τη χαρακτηριστική δημοτική ασάφεια, αλλάζει τιμές ανάλογα με την εποχή, την αίτηση και τη βραδιά αλλά ποτέ, απ’όσο ξέρω, δεν πέφτει κάτω από τα 200 ευρώ +ΦΠΑ, είναι αδικαιολόγητα υψηλό. Στην τιμή αυτή μάλιστα δεν περιλαμβάνονται ούτε ειδικευμένοι τεχνικοί, ούτε η δυνατότητα στησίματος από την προηγούμενη μέρα. Αν συνυπολογίσει κανείς και την χαμηλή δημοφιλία του χώρου, που κάθε άλλο παρά εγγυάται ότι οι θέσεις θα γεμίσουν, το κόστος αυτό είναι ένα ρίσκο που δεν αξίζει να το πάρει κανείς.

Μέχρι το πέρας, τι;

Ο κύριος Μιχαηλίδης φαίνεται να πιστεύει, με ιδιαίτερη μάλιστα θέρμη, πως όταν το πολιτιστικό/συνεδριακό ολοκληρωθεί και ανοίξει τις πύλες του, θα αλλάξει όχι μόνο η εντύπωση που τόσα χρόνια είχαμε γι’αυτό, αλλά θα αλλάξει και όλη την εικόνα της πόλης. Δεν μπορώ παρά να πω άλλο ένα μακάρι. Μακάρι να έχει απόλυτο δίκιο.

Ως τότε όμως, καλό θα ήταν, για να αντικρούσουμε τον ευφημισμό, να μην αποκαλούμε αυτό το συνεδριακό κτίριο πολιτιστικό, κατ’αρχήν για να μην ξεχνάμε ως τι είχε πραγματικά κατασκευαστεί. Ας προωθηθούν εκεί οι ομιλίες και τα ιδιωτικά συνέδρια μεγάλων εταιριών, και ας ανοίξουν τα τουριστικά γραφεία, τα μαγαζιά και τα εστιατόρια, ώστε το θηριώδες αυτό κατασκεύασμα να καλύπτει μέρος έστω των λειτουργικών εξόδων του. Όσο για τους καλλιτέχνες, αλλά και το κοινό, ας συνεχίσουν να μην αποδέχονται, όπως άλλωστε κάνουν εδώ και τόσα χρόνια, την λογική ΤΙΝΑ (there is no alternative) που προσπαθεί να προωθήσει ο Δήμος, στην απέλπιδα προσπάθειά του να δώσει ζωή σε ένα κτίριο που σχεδόν κανείς στο Ηράκλειο, δικαιολογημένα, δεν αγαπά. Εκτός κι αν τα μπαλώματα συνεχιστούν, ώστε οι αίθουσες να φτάσουν σε σημείο να είναι ικανά λειτουργικές, και παράλληλα η ΔΕΠΤΑΗ αποφασίσει επιτέλους να δημοσιοποιήσει και να εξορθολογίσει, με διαύγεια, τις τιμές των ενοικίων, τις επιθυμητές χρήσεις, τον τρόπο επιλογής και αποστολής προτάσεων, και την λίστα με τον παρεχόμενο τεχνικό εξοπλισμό. Μπορεί και πάλι να καταλήξουμε ότι το κτίριο είναι άχρηστο, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε μια αφορμή να ανοίξουμε τη συζήτηση απ’την αρχή.

Μέχρι τότε, η σύγχρονη πυραμίδα της Άρτας του Ηρακλείου, ας αφεθεί στην λήθη που της αξίζει. Καλύτερη λύση, δυστυχώς, δεν υπάρχει.

[Μικρό συμπλήρωμα για το συνεδριακό εδώ]

(όλες οι φωτογραφίες του άρθρου είναι από το website της ΔΕΠΤΑΗ)

[Απολίτιστοι χώροι πολιτισμού στο Ηράκλειο, μέρος 1ο: ο θεατρικός σταθμός Ηρακλείου]
[Απολίτιστοι χώροι πολιτισμού στο Ηράκλειο, μέρος 2ο: Βασιλική του Αγίου Μάρκου]

Comments

  1. Oraia ta lete re    

    Έτσι όπως βλέπω τις φωτογραφίες, το σχέδιο του κτηρίου απο το drone και τις περιγραφές, μήπως να το γυρνάγατε σε mystery house μπας και βγάλει τα λεφτά του;

    https://en.wikipedia.org/wiki/Winchester_Mystery_House

    Γιατί αυτό καλύτερο είναι; :p

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.