Αντώνης Τσιρικούδης: Παράξενες μέρες (και) στο Ηράκλειο

Μια σύντομη κουβέντα με τον συγγραφέα

Οδυσσέας Γραμματικάκης
Οδυσσέας Γραμματικάκης

Πριν λίγες μέρες διάβασα πως την Παρασκευή, 23 Μαρτίου, στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου Ηρακλείου, στις 7 μ.μ., θα παρουσιαστεί μία συλλογή διηγημάτων αφιερωμένων στην πόλη του Ηρακλείου, αποτέλεσμα ενός διαγωνισμού που διοργάνωσαν οι συνεργατικές εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Από όχι και τόσο παράξενη σύμπτωση, ένας από τους ομιλητές, από τα ιδιαίτερα δραστήρια μέλη του εκδοτικού εγχειρήματος, και εκ των κριτών του προαναφερθέντος διαγωνισμού, ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Αντώνης Τσιρικούδης, είναι φίλος μου εδώ και κάμποσα χρόνια. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν ιδανική αφορμή να του απευθύνω κάποιες ερωτήσεις, όχι μόνο για το βιβλίο και τις Παράξενες Μέρες, αλλά και για την ίδια τη σχέση του με τη συγγραφή.

• Πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη συγγραφή;

Οι περισσότεροι σε αυτή  την ερώτηση συνηθίζουν να ανατρέχουν στα μαθητικά τους χρόνια και δε θα αποτελέσω εξαίρεση. Θυμάμαι πως είχαμε γράψει μια ποιητική συλλογή με τον αδερφό μου σε μικρή ηλικία, της είχαμε κάνει κι εξώφυλλο. Ευτυχώς για την ποίηση, δεν υπήρξε συνέχεια από τη δική μου πλευρά. Μετά από χρόνια, στα τριάντα πια, άρχισα να ασχολούμαι συστηματικότερα με την πεζογραφία. Φαντάζομαι πάντοτε το είχα στο μυαλό μου και συνεχώς έβρισκα δικαιολογίες για να το αναβάλλω. Τη μια μου έφταιγε ο χρόνος που δεν περίσσευε, την άλλη η καθημερινότητά που δεν ήταν αυτή που προσδοκούσα, οπότε, κάποια στιγμή, όπως πολλοί άλλοι πριν από εμένα, βρήκα αυτόν τον τρόπο, για να προλάβω τον χρόνο που δεν περιμένει και την καθημερινότητα που τη νοηματοδοτούμε εμείς.

• Πως θα περιέγραφες την εμπειρία της συγγραφής; Έχεις κάποια ιδιαίτερα καλή ή ιδιαίτερα κακή στιγμή να μοιραστείς;

Τη δημιουργία ηρώων που αυτονομούνται και παίρνουν τον δικό τους δρόμο δεν μπορώ να τη συγκρίνω με κάτι, ίσως με κάποιο από τα ναρκωτικά που σε κάνουν να εξίστασαι, να χορεύεις ασταμάτητα, να αγαπάς όλο τον κόσμο. Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει συχνά και περνάς τον περισσότερο χρόνο σου διορθώνοντας όσα έγραψες σε αυτή την κατάσταση της ευφορίας. Όταν πια κουραστείς, όταν δεν έχεις άλλα να διορθώσεις ή αυτά που ήδη διόρθωσες δεν σε ικανοποιούν κι αποφασίζεις να τα διαγράψεις, σκοτώνεις την ώρα σου περιμένοντας την επόμενη φορά, δεν μπορεί θα ξανάρθει, και μέχρι τότε όλα σου φταίνε.

Υπάρχει και μια άλλη πλευρά στην όλη διαδικασία, αυτή της κοινωνικοποίησης του «προϊόντος». Κι από αυτή μπορείς να αντλήσεις απερίγραπτη χαρά. Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τυπωμένο ένα δικό μου κείμενο, τις κρυφές ματιές που έριχνα από το τραπέζι μου στην παρουσίαση, να δω τους άλλους να διαβάζουν στα περιεχόμενα και το δικό μου όνομα. Η αναγνώριση είναι βασικό κίνητρο, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι το αντίθετο. Αυτό που μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω είναι πως δεν γίνεται να αρέσεις σε όλους. Υπήρξε στιγμή που έκαψα, σελίδα σελίδα, τα βιβλία μιας σχετικά γνωστής διηγηματογράφου, όταν μου είπε πως, ψέματα δεν έλεγε, οι ιστορίες μου δεν ήταν του γούστου της. Δεν νιώθω περήφανος για αυτό, αλλά το έκανα, τόσο πολύ με είχε πειράξει η απόρριψη. Με τον καιρό μαθαίνεις να δέχεσαι την κριτική, και την κακοπροαίρετη, περισσότερο στωϊκά.

Το πρώτο βιβλίο του Αντώνη Τσιρικούδη για τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με εξώφυλλο του Mathew Halpin.

 

• Τελικά είναι η λογοτεχνία είδος πολυτελείας; Μπορεί να παίξει κάποιον ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία;

Θα αντιστρέψω την ερώτηση και θα σε ρωτήσω το ίδιο για τη μουσική. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς μουσική; Όχι μόνο εσύ, που είσαι μουσικός, ο καθένας. Δεν πιστεύω πως ο κόσμος θα σταματήσει να διαβάζει. Η λογοτεχνία είναι αφήγηση κι οι άνθρωποι την έχουμε ανάγκη την αφήγηση, το παραμύθι, αν θες. Πιθανότατα θα αλλάξει μορφή, έχει ήδη συμβεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα σβήσει η ανάγκη να δεις το κόσμο με άλλα μάτια. Όσον αφορά στον ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία, δεν μπορώ να απαντήσω. Μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα πως υπάρχουν τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα που με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από ανθρώπους με τους οποίους ξόδεψα μαζί χρόνια, στον επαγγελματικό και τον φιλικό περίγυρο.

Πραγματικά, απαντάω εκ των υστέρων στον Αντώνη, ούτε εγώ θα μπορούσα να φανταστώ τη ζώη μου (μας) χωρίς μουσική ή λογοτεχνία ή και τις υπόλοιπες τέχνες. Σκέφτομαι όμως πως παράλληλα με προβληματίζει η αλλαγή όχι της μορφής τους, αλλά των τρόπων που σχεδόν αναγκαστικά πια χρησιμοποιεί για να αποκτήσει κάποια απήχηση στην κοινωνία. Για παράδειγμα, τις αυστηρές απαιτήσεις του σύγχρονου μάρκετινγκ και τις συχνά απολίτικες επιταγές διαφόρων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Κρατάω μια υποσημείωση στο μυαλό μου να ανοίξουμε αυτή τη μεγάλη κουβέντα μια άλλη φορά, και αναρωτιέμαι νοερά αν ένα δημοκρατικό, συνεργατικό εκδοτικό εγχείρημα έχει, ίσως, κάτι να προτείνει απέναντι σε όλα αυτά.

• Συμμετέχεις σε ένα συνεργατικό εκδοτικό εγχείρημα, τις «Παράξενες Μέρες». Πώς ακριβώς πρόεκυψε και πώς λειτουργεί;

Οι Παράξενες Μέρες είναι ένας εκδοτικός οίκος με έδρα το Ρέθυμνο, που τα τελευταία πέντε χρόνια έχει εκδώσει περισσότερα από πενήντα βιβλία. Τους  Παράξενους, όπως συνηθίζω να τους προσφωνώ στα μηνύματα, τους γνώρισα αρκετά χρόνια πριν, μέσα από έναν διαγωνισμό διηγήματος. Συμμετείχα και σε άλλους διαγωνισμούς τους, καθώς και σε ένα συλλογικό μυθιστόρημα που γράψαμε δεκατέσσερις άνθρωποι. Όπως συνηθίζει να λέει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης, ο επιμελητής των Παράξενων Ημερών, κουράστηκαν να τους στέλνω συνεχώς ιστορίες μου κι έβγαλαν το πρώτο μου βιβλίο. Από τότε κάναμε κι άλλα πράγματα, το Φεστιβάλ της Άμμου, για παράδειγμα, στη Γαύδο στην αρχή και πέρσι στα Κουφονήσια, δυο μέρες με ποίηση και διηγήματα, μουσική και αφήγηση, στο τέλος του καλοκαιριού.

Αυτό που μου αρέσει στις Παράξενες Μέρες είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράγματα. Στις ανθολογίες διηγημάτων διαβάζουμε όλοι, όσα μας στέλνουν, και ψηφίζουμε, για να καταλήξουμε στα καλύτερα. Είναι χρονοβόρα διαδικασία, ειδικά όταν αποπειράσαι να γράψεις μυθιστόρημα με τον ίδιο τρόπο, αλλά από την άλλη δεν μπορώ να φανταστώ κάποια εναλλακτική που θα έκανε περισσότερο αντικειμενική την υποκειμενικότητα, που ούτως ή άλλως συνοδεύει οποιαδήποτε κρίση. Είναι και κάτι άλλο που εκτιμώ πολύ στις Παράξενες Μέρες, οι συγγραφείς δεν πληρώνουν για να εκδοθούν.

• Ποια προβλήματα έχετε αντιμετωπίσει μέχρι στιγμής;

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι πωλήσεις των βιβλίων που σχετίζονται άμεσα με την επιβίωση της προσπάθειας. Αν και, ως Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση, το κέρδος δεν είναι πρωταρχικός μας στόχος, τα όποια έσοδα είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ο περισσότεροι αγοράζουμε βιβλία εκδοτικών οίκων που έχουν καθιερωθεί εδώ και χρόνια και δεν έχουμε συνηθίσει ακόμη να χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο. Παρόλα αυτά επιμένουμε κι η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει προς το καλύτερο.

• Και η συλλογή με διηγήματα για το Ηράκλειο;

Εκτός από τους διαγωνισμούς διηγήματος, μυθιστορήματος και θεατρικού έργου που διοργανώνουμε και απευθύνονται σε όλους, ανεξαιρέτως τοπικού προσδιορισμού, σκεφτήκαμε να δώσουμε την ευκαιρία σε συγγραφείς να μιλήσουν για την πόλη τους. Ξεκινήσαμε από τη Θεσσαλονίκη κι όταν είδαμε την ανταπόκριση του κόσμου, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε με το Ηράκλειο. Η λογική είναι πως τα διηγήματα στη συγκεκριμένη σειρά επιλέγει και κάποιος συγγραφέας που ζει στην πόλη κι έχει εκδώσει βιβλίο με τις Παράξενες Μέρες. Πέρα από το διαδικαστικό κομμάτι, το Ηράκλειο είναι μια πόλη με ισχυρή παράδοση στη λογοτεχνία και αρκετά μεγάλο πληθυσμό, ώστε να μπορέσει να στηρίξει το εγχείρημα. Για να φτάσεις στο σημείο να δημοσιεύσεις είκοσι διηγήματα, πρέπει να έχεις αρκετά να επιλέξεις. Η συλλογή περιλαμβάνει ιστορίες που διαδραματίζονται στο Ηράκλειο, γραμμένες από ανθρώπους που ζουν ή έχουν περάσει από την πόλη, νέες φωνές στην πλειοψηφία τους, που δημοσιεύουν για πρώτη φορά, δυο μάλιστα από το εξωτερικό, τις ΗΠΑ και την Ιρλανδία.

• Επειδή ξέρω ότι στα έργα σου αποφεύγεις τις παρομοιώσεις, κάνε μου μια παρομοίωση με τον Αμβρόσιο.

Ο Αμβρόσιος μου θυμίζει την αλλεργία που με πιάνει την άνοιξη και κάνει τη ζωή μου τόσο μίζερη, που τρέχω σε φαρμακεία και βελονιστές, συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Το μόνο που με κάνει να νιώσω καλύτερα είναι η επίγνωση πως δεν θα κρατήσει πολύ, μέχρι να το πάρω απόφαση να πάω στη θάλασσα. Ευτυχώς στον τόπο μας ξεκινάμε νωρίς τα μπάνια και το γονίδιο της αμφιβολίας που μας προστατεύει από παραληρήματα του είδους καλά κρατεί.

Ξαναδιαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές, σκέφτομαι για άλλη μια φορά πως τα συνεργατικά εγχειρήματα όπως οι Παράξενες Μέρες, είτε αυτά που έχουν άμεση κοινωνική απεύθυνση, είτε αυτά που ασχολούνται με άλλους τομείς, υπήρξαν πολύτιμοι αρωγοί για τη διατήρηση μιας κάποιας ελπίδας σε όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, που δυστυχώς συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, παρά τα συνεχή παχιά λόγια και τις υποσχέσεις. Και εύχομαι, όχι μόνο να παραμείνουν πολύτιμα όταν και αν επιτέλους βγούμε από αυτήν, αλλά να έχουν μέχρι τότε καθιερωθεί – με τα όποια ελαττώματά τους – στη συνείδηση όλων μας ως ισάξιοι, ενναλακτικοί τρόποι οργάνωσης και επιχειρηματικότητας.

Όσο για τον Αντώνη, μέχρι τότε ίσως να έχω καταφέρει να τον πείσω να χρησιμοποιεί περισσότερες παρομοιώσεις. Και μακάρι να μη χρειάζεται να είναι για τον Αμβρόσιο.