Ένα ποτήρι νερό

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ασφαλώς και ξέρετε τη ζωογόνο δύναμη που έχει μια γουλιά έστω κρύο νερό, ειδικά μετά από μια κουραστική μέρα. Δεν είμαι πια πότης. Δε νομίζω ότι υπήρξα και ποτέ. Όπως και να’χει όμως το πράγμα, η χαρά που νιώθω όταν το δροσερό νερό κατεβαίνει στον οισοφάγο μου είναι άνευ προηγουμένου.

Θυμάμαι μια φορά που κυνηγώντας με ένα Land Rover στρουθοκαμήλους στην έρημο του Ντανακίλ της Αιθιοπίας, είχαμε χαθεί σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περιοχή. Εκεί οι ιθαγενείς σου κόβουν τα απ’ αυτά σου, τα ξεραίνουν στον ήλιο και τα κρεμούν στο λαιμό τους για να αποκτήσουν, λέει, ευγονία.

Η συντροφιά μου είχε πανικοβληθεί. Εγώ όμως μόνο ένα πράγμα σκεφτόμουν, ένα ποτήρι δροσερό νερό! Έτσι, όταν μετά από έξι ώρες που περιπλανιόμασταν γύρω γύρω, βρεθήκαμε σε ένα «σταθμό» και μου έφεραν νεράκι από το πηγάδι, ένιωσα σα να μου χάρισαν τη μισή Αιθιοπία.

Θα μου πείτε τώρα αν με χτύπησε η σημερινή ζέστη ή η απειλή της λειψυδρίας και θυμήθηκα το νεράκι. Όχι ρε φίλοι, απλώς όσο σερνόμουν από το γιατρό, που είχα πάει για να εκτιμήσει τις εξετάσεις μου, μέχρι το σπίτι, ολοζώντανα θυμήθηκα την εποχή που με τον Ψαρονίκο κυνηγούσαμε στον Ψηλορείτη. Έκανε ζέστη κι είχαμε δώσει όλο μας το νερό στα σκυλιά, προκειμένου να πάρουν ανάσα.

Τότε είδα τον μεγάλο τραγουδιστή να αποκόβει από την στράτα που πηγαίναμε και να φτάνει σε μια κρυμμένη πίσω από τεράστια βράχια πηγή. -Πιες, μου είπε.

Έπεσα με τη μούρη στο νερό που πεντακάθαρο ανάβλυζε και ήπια τόσο πολύ που ούτε να σηκωθώ δεν μπορούσα.
-Ήπιες από την πηγή του «αθάνατου νερού», μου είπε ο αείμνηστος. Γέμισε δα και το παγούρι σου κι άντε να πιάσουμε κανέναν λαγό, ή καμιά πέρδικα, να ΄χομε ίντα να φάμε το βράδυ στο Μιτάτο.

Ε, ρε χρόνια αξέχαστα! Και συγνώμη, αλλά πάω να πιω νερό από το ψυγείο.