Ένα ανέκδοτο

Κώστας Γραμματικάκης
Κώστας Γραμματικάκης

Ζορίζουν τα πράγματα παιδιά κι έτσι αποφάσισα σήμερα να σας απασχολήσω με ένα ανέκδοτο. Το ποιος μου το είπε δεν θα σας αποκαλύψω, όπως και δεν με ενδιαφέρει το εάν το θυμάστε από μια παλαιότερη καταχώρηση που είχα κάνει:

Είναι  ένα γλυκό απόγευμα κάπου σ’ ένα χωριό της Σητείας. Οι νοικοκυράδες κάθονται στα πεζούλια,  γνέθοντας μαλλί και κουτσομπολεύουν γνωστούς και άγνωστους.

-Είδατε μωρέ την κόρη του Παντελή εχθές; Εφόργιενε ένα φόρεμα τόσο κοντό, που λίγο να ‘σκυβε θα φαινόταν ολόκληρος ο κώλος της. Μωρέ γίβεντα! Κι είναι λέει και φοιτήτρια…

-Μωρέ άστε την κοπελιά να κάνει ό,τι θέλει και πέστε μου εμένα κάτι άλλο, πετάχτηκε μια. Ίντα λέτε απού θα βάλω μπουγάδα αύριο;  Θα φυσήξει νότος και θα μου γιαείρει τα ρούχα πάλι στη σκάφη ή θα πιάσει βορράς να μου τα στεγνώσει;

Μεγάλη και κρίσιμη η απορία, πραγματικά. Κι αυτό σήμαινε ότι βαθιά σιγή ακολούθησε, μια και  καμιά τους δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη για το αυριανό καιρό.

Τέλος η πιο νέϊκια απ’ όλες πετάχτηκε κι είπε:
-Να σου πω εγώ Καλλιώ.  Το βράδυ που θα πάτε να θέσετε ξάνοιξε καλά-καλά την τσουτσού του άντρα σου. Αν είναι πεσμένη στ’ αριστερά, μην απλώσεις ούτε μαντηλάκι γιατί θα πιάσει νότος που θα παίρνει τον κόσμο. Αν είναι πεσμένη δεξιά, άπλωσε τα ρούχα. Βορρά και φρέσκο-φρέσκο, θά ΄χομε…

-Κι αν είναι μωρή στη μέση;

-Αν είναι στη μέση την μπουγάδα θα σκέφτεσαι καημέχαρη;

Χαμογελάσατε; Η Άνα ξεκαρδίστηκε κι αυτό μου φτάνει.

 

Comments

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.